Οι επαναστάτες ούτε χαίρονται
ούτε αγαλλιάζουν μπροστά στο θάνατο, ακόμα και όταν αυτός χτυπά, από φυσικά
αίτια, αντιδραστικούς και εχθρούς των λαών και της προόδου. Εξαίρεση αποτελεί ο
θάνατος υπεραντιδραστικών από το τιμωρό χέρι του λαού, όταν αυτό συμφωνάει με τις διαθέσεις των πλατιών μαζών και τις εκφράζει, αποτελώντας κορυφαία εκδήλωση της ταξικής και
παλλαϊκής οργής για τα εγκλήματά τους, καθώς και μέσο λαϊκής και δημοκρατικής
τρομοκρατίας κατά των οπαδών και επίδοξων συνεχιστών τους (π.χ. εκτέλεση
Μουσολίνι από τους ιταλούς αντιφασίστες παρτιζάνους).
Ο Ούγκο Τσάβες ήταν ένας
αντιδραστικός. Μιλιταριστής,
πραξικοπηματιστής, είχε πολεμήσει σαν καραβανάς τη δεκαετία του ’70 ενάντια στο
αντάρτικο της «Κόκκινης Σημαίας» (Bandera Roja), αντιρεβιζιονιστικής οργάνωσης η οποία σήμερα,
παρά τη γκεβαρική – χοτζική κληρονομιά της, έχει κάνει στροφή, σε ένα βαθμό
θεωρητική και σε μεγαλύτερο πρακτική στο μαοϊκό αντισοσιαλφασισμό και
συμμετέχει πρωτοπόρα στο δημοκρατικό μέτωπο της αντιπολίτευσης, που λέγεται Unidad (Ενότητα).
Επρόκειτο για έναν Ανδρέα
Παπανδρέου επί το λατινοαμερικάνικο, ο οποίος στρατολογήθηκε μέσω του
αρχιπράκτορα της Ρωσίας, πρώην επαναστάτη Φιντέλ Κάστρο, μετά την
αποφυλάκισή του για το αποτυχημένο πραξικόπημα που επιχείρησε το 1992. Στόχος
των Κάστρο – Τσάβες, αυτών των κορδωμένων παγωνιών, δεν ήταν φυσικά η
αυτοδύναμη αντιιμπεριαλιστική ανάπτυξη του Τρίτου Κόσμου ενάντια στις δύο
υπερδυνάμεις και στον ιμπεριαλισμό συνολικά, αλλά η μετατροπή της «πίσω αυλής»
του σε κάθοδο αμερικάνικου ιμπεριαλισμού, της Λατινικής Αμερικής, σε
προκεχωρημένο φυλάκιο του ρώσικου σοσιαλιμπεριαλισμού και των κινέζων συμμάχων
του στον Τρίτο Κόσμο.

